Ο Αβραάμ Λίνκολν (αγγλικά: Abraham Lincoln, 12 Φεβρουαρίου 1809 - 15 Απριλίου 1865) ήταν Αμερικανός πολιτικός και δικηγόρος, που υπηρέτησε ως ο 16ος Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, από το 1861 έως τη δολοφονία του τον Απρίλιο του 1865. Ήταν ο πρώτος Ρεπουμπλικανός πρόεδρος. Ο Λίνκολν, ένας μετριοπαθής πολιτικός, κατάφερε από το αξίωμα του Προέδρου να διατηρήσει την Ένωση και να υπερασπιστεί τις Ηνωμένες Πολιτείες στον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο (1861-1865), νικώντας την εξεγερμένη Συνομοσπονδία και μέσω της Διακήρυξης Χειραφέτησης του 1863 να πολεμήσει τη δουλεία στις ΗΠΑ.
Βιογραφία
Ο Αβραάμ «Έιμπι» Λίνκολν γεννήθηκε τον Φεβρουάριο του 1809 σε μια φτωχική καλύβα στο Χότζβιλ του Κεντάκι και ήταν γιος του αγρότη Τόμας Λίνκολν και της βαθύτατα θρησκευόμενης Νάνσι Χανκς. Η μητέρα του πέθανε όταν αυτός ήταν 9 χρονών. Ο πατέρας του παντρεύτηκε τη Σάρα Μπους Τζόνστον, η οποία ουσιαστικά τον υιοθέτησε.
Από μικρή ηλικία άρχισε να εργάζεται ως αγρότης, ενώ ταυτόχρονα διάβαζε εντατικά για να τελειοποιήσει τη μόρφωσή του. Το 1830 εγκαταστάθηκε στη Νέα Ορλεάνη και κατατάχθηκε στον στρατό όπου έφτασε μέχρι τον βαθμό του λοχαγού. Το 1834 εξελέγη μέλος της Βουλής του Ιλινόι, θέση στην οποία εκλεγόταν μέχρι το 1840. Από το 1837 ασχολήθηκε με τη δικηγορία και σε επαγγελματικό επίπεδο, ενώ το 1844 έγινε αρχηγός του κόμματος των Ουίγων. Δύο χρόνια αργότερα κατάφερε να εκλεγεί στο Κογκρέσο, χωρίς όμως να διακριθεί. Επανήλθε στην πολιτική σκηνή το 1854, όταν ιδρύθηκε το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και τέθηκε επί τάπητος το θέμα της δουλείας. Με πύρινους λόγους κατά της δουλείας κατάφερε να προσελκύσει την προσοχή του κόσμου και να αναδειχτεί σε μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της εποχής. Το 1858, ο Λίνκολν έβαλε υποψηφιότητα για γερουσιαστής, αλλά τη θέση κέρδισε ο Στίβεν Ντάγκλας του Δημοκρατικού Κόμματος.