Ο Τάκιτος (Publius [ή Gaius] Cornelius Tacitus, 56; – 120;) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Λατίνους ιστορικούς. Στα δύο μεγάλα του έργα «Annales» (Χρονικά) και «Historiae», εξετάζει την ιστορία της Ρώμης από τον θάνατο του Αυγούστου (14 μ.Χ.) μέχρι τον θάνατο του Δομιτιανού (96 μ.Χ.)
Η λαμπρότητα του ύφους και η πυκνότητα των εννοιών των έργων αυτών, καθώς και οι μονογραφίες του «Agricola» και «Germania», ανέδειξαν τον Τάκιτο ως ένα από τους σπουδαιότερους εκπροσώπους του πεζού λόγου του λεγόμενου Αργυρού Αιώνα της λατινικής λογοτεχνίας (περ.14 μ.Χ.-180).
Βιογραφία
Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα τον τόπο και τη χρονολογία της γεννήσεώς του, ούτε ακόμη το μικρό του όνομα. Ίσως να ήταν γιος του Κορνηλίου Τακίτου, επιμελητή των αυτοκρατορικών εσόδων στη βελγική Γαλατία. Ίσως γεννήθηκε στην βόρειο Ιταλία,στην Εντεύθεν των Άλπεων Γαλατία, ή στην νοτιοανατολική Γαλλία, την Gallia Narbonensis.
Η σταδιοδρομία του πατέρα του τού επέτρεψε να μορφωθεί και τον κατέστησε μέλος της ρωμαϊκής αριστοκρατίας. Σπούδασε ρητορική και άσκησε την δικηγορία, δίνοντας τα πρώτα δείγματα του λαμπρού του ύφους: Ο Πλίνιος ο Νεότερος, που τον είχε ακούσει πολλές φορές στα δικαστήρια, θαύμαζε την «μεγαλοπρεπή ευγλωττία» του και τον ανακήρυξε τον μεγαλύτερο ρήτορα της Ρώμης
Η πρώτη μαρτυρία για τον Τάκιτο δίνεται από τον ίδιο και αφορά τον γάμο του με την κόρη του σπουδαίου στρατηγού Γναίου Ιούλιου Αγρικόλα. Παραδέχεται με μετριοφροσύνη ότι θα μπορούσε να βρεθεί καλύτερος γαμπρός, αλλά ίσως η ομολογία αυτή να ήταν μια μορφή περιαυτολογίας.