Ο Αιμίλιος Σουβέστρ (15 Απριλίου 1806 – 5 Ιουλίου 1854) ήταν Γάλλος μυθιστοριογράφος που καταγόταν από το Μορλαί της Βρετάνης. Αρχικά υπήρξε αποτυχημένος συγγραφέας δράματος, ωστόσο τα πήγε καλύτερα ως μυθιστοριογράφος (έγραψε ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας, Ο κόσμος στο μέλλον) και ως ερευνητής και συγγραφέας της βρετονικής λαογραφίας. Του απονεμήθηκε μετά θάνατον το Βραβείο Λαμπέρ.
Εκπαίδευση
Γιος πολιτικού μηχανικού, σπούδασε στο κολέγιο του Pontivy με σκοπό να ακολουθήσει την καριέρα του πατέρα του μπαίνοντας στην Πολυτεχνική Σχολή. Ωστόσο, ο πατέρας του πέθανε το 1823 και τότε εγγράφηκε ως φοιτητής Νομικής στη Ρεν. Σύντομα, όμως αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία.
Υπήρξε εκ περιτροπής βοηθός βιβλιοπώλη και δάσκαλος σε ιδιωτικό σχολείο στη Νάντη, δημοσιογράφος και καθηγητής γραμματικής στη Βρέστη και δάσκαλος στη Μυλούζ. Στο Παρίσι εγκαταστάθηκε το 1836. Το 1848 έγινε καθηγητής στη σχολή εκπαίδευσης δημοσίων υπαλλήλων που ξεκίνησε από τον Ιπολίτ Καρνό, η οποία όμως σύντομα ακυρώθηκε.
Λογοτεχνική καριέρα
Ξεκίνησε τη λογοτεχνική του καριέρα με ένα δράμα, την "Άλωση του Μεσολογγίου", που παρουσιάστηκε στο Γαλλικό Θέατρο το 1828. Αυτή η τραγωδία, όμως, δεν γνώρισε θερμή υποδοχή. Στη συγγραφή μυθιστορημάτων τα πήγε πολύ καλύτερα από ό,τι στη θεατρική σκηνή. Στόχος του ήταν να κάνει το μυθιστόρημα μηχανή ηθικής διδασκαλίας. Τα δύο πρώτα του μυθιστορήματα "Η γυναικεία κλίμακα" και "Πλούσιοι και Φτωχοί" έλαβαν καλές κριτικές.
Ο Σουβέστρ δημοσίευσε μια σειρά άρθρων το 1834 για την κουλτούρα της Βρετάνης, και στη συνέχεια ένα άρθρο για την βρετονική ποίηση. Αυτά συνδυάστηκαν και εκδόθηκαν ως οι Τελευταίοι Βρετόνοι (4 τόμοι, 1835–1837), ακολουθούμενοι από τον Le Foyer breton (1844), όπου η λαογραφία και τα φυσικά χαρακτηριστικά της πατρίδας του επεξεργάζονται σε μορφή ιστορίας, και στο Ένας φιλόσοφος κάτω από τον καμβά, που έλαβε το 1851 ακαδημαϊκό βραβείο. Έγραψε επίσης μια σειρά από άλλα έργα — μυθιστορήματα, δράματα, δοκίμια και άλλα.