Ο Μάρκος Τύλλιος Κικέρων (λατινικά: Marcus Tullius Cicero· 3 Ιανουαρίου 106 π.Χ. - 7 Δεκεμβρίου 43 π.Χ.) ήταν Ρωμαίος πολιτικός, ρήτορας, δικηγόρος και φιλόσοφος, ο οποίος υπηρέτησε ως ύπατος το έτος 63 π.Χ.. Καταγόταν από πλούσια οικογένεια και θεωρείται ευρέως ως ένας από τους μεγαλύτερους ρήτορες και πεζογράφους.
Η ζωή του
Γεννήθηκε στην έπαυλη της οικογενείας του στο Αρπίνο. Μορφώθηκε στη Ρώμη με δασκάλους τον γραμματικό Λεύκιο Αίλιο (Πραικονίνο Στίλωνα), τον Απολλώνιο τον Μόλωνα, έναν από τους μεγαλύτερους ρήτορες της Σχολής της Ρόδου, τον Αρχηγό της αποκαλούμενης τετάρτης ακαδημίας Φίλωνα τον Λαρισαίο, τον επικούρειο Φαίδρο και τον στωικό Διόδοτο. Παράλληλα, παρακολουθούσε τις αγορεύσεις των μεγάλων ρητόρων της εποχής, τον Λεύκιο Λικίνιο Κράσσο, τον Μάρκο Αντώνιο και άλλους. Δασκάλους στο Δίκαιο και στους Νόμους είχε τον οιωνοσκόπο Κόιντο Μούκιο Σκαιόλα και τον μεγάλο ποντίφικα Κόιντο Μούκιο Σκαιόλα. Συνδέθηκε φιλικά με τους ποιητές Μάρκο Άκιο και Αντιοχέα Άρχιο, ο οποίος από το 102 π.Χ. ζούσε στη Ρώμη ως προστατευόμενος του Λούκουλλου. Στον Συμμαχικό Πόλεμο (90-88 π.Χ.) πολέμησε υπό τον στρατηγό Γναίο Πομπήιο Στράβωνα σε ηλικία 18 ετών.
Με το τέλος του πολέμου συνέχισε τις σπουδές του στη Φιλοσοφία και τους Νόμους. Όταν ήταν δικτάτορας ο Σύλλας, το 81 π.Χ., εκφώνησε τον πρώτο του λόγο υπέρ του Κοϊντίου (Pro Quintio) λόγο δικανικό του ιδιωτικού δικαίου. Κατόπιν εκφώνησε το δεύτερο λόγο του, κατά του Χρυσογόνου (Pro Roscio Amerino). Ο Χρυσόγονος ήταν ένας πολύ ισχυρός απελεύθερος του Σύλλα, ο οποίος κατηγόρησε τον Ρώσκιο, αφού πρώτα του πήρε την περιουσία μέσω των προγραφών, για πατροκτονία. Ο νεαρός Κικέρων κέρδισε τη δίκη, αποκτώντας μεγάλη φήμη.