Ο Μάθιου Άρνολντ (αγγλικά: Matthew Arnold) (24 Δεκεμβρίου 1822, Λέιλαμ – 15 Απριλίου 1888, Λίβερπουλ) ήταν Βρετανός ποιητής, κριτικός λογοτεχνίας και πολιτισμού και εκπαιδευτικός.
Ο Μάθιου Άρνολντ έχει χαρακτηριστεί ως «σοφός στοχαστής», ένας τύπος συγγραφέα καθοδηγητή των αναγνωστών σε σύγχρονα κοινωνικά ζητήματα. Υπήρξε επίσης επιθεωρητής σχολείων για 35 χρόνια και υποστήριξε την έννοια της δημόσιας δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
Ο Άρνολντ θεωρείται ο τρίτος μεγάλος βικτωριανός ποιητής, μαζί με τον Άλφρεντ Τέννυσον και τον Ρόμπερτ Μπράουνινγκ.
Βιογραφικά στοιχεία
Ο Μάθιου Άρνολντ γεννήθηκε το 1822 στο Λέιλαμ, στο Σάρρεϋ της νοτιοανατολικής Αγγλίας. Πατέρας του ήταν ο ιστορικός και παιδαγωγός Τόμας Άρνολντ, διευθυντής της Σχολής Ράγκμπι στο Λονδίνο, ένα από τα πιο γνωστά και παλαιότερα δημόσια σχολεία της Αγγλίας.
Μετά τη βασική του εκπαίδευση στη Σχολή Ράγκμπι σπούδασε στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Το 1845, μετά από ένα σύντομο διάλειμμα διδασκαλίας στο Ράγκμπι, ο Άρνολντ εξελέγη μέλος του Κολεγίου Oriel της Οξφόρδης. Το 1847, έγινε ιδιωτικός γραμματέας του σημαντικού πολιτικού λόρδου Λάνσνταουν και στη συνέχεια από το 1851 διορίστηκε σχολικός επιθεωρητής. Λόγω των μετακινήσεων που απαιτούσε η δουλειά του, γνώρισε την κοινωνία της επαρχιακής Αγγλίας καλύτερα από κάθε συγγραφέα και πολιτικό της εποχής του. Επίσης, ο Άρνολντ ταξίδεψε επαγγελματικά στο εξωτερικό, επισκεπτόμενος τη Γαλλία, την Ολλανδία, την Ελβετία και τη Γερμανία για να μελετήσει τα εκεί ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Εξέδωσε επίσης δύο βιβλία γι' αυτό το θέμα, τα οποία έτυχαν μεγάλης αναγνώρισης εκείνη την εποχή. Εργάστηκε σ' αυτή τη θέση σχεδόν για 35 χρόνια, μέχρι το τέλος της ζωής του. Το 1883 εξελέγη μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Επιστημών.