Ο Όλιβερ Γκόλντσμιθ (αγγλικά:Oliver Goldsmith) (10 Νοεμβρίου 1728, Έλφιν, κοντά στο Ροσκόμον, Ιρλανδία – 4 Απριλίου 1774, Λονδίνο) ήταν Ιρλανδός γιατρός, μυθιστοριογράφος, ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, ιστορικός και δοκιμιογράφος.
Η μεταθανάτια φήμη του οφείλεται κυρίως στο πιο γνωστό του έργο Ο εφημέριος του Γουέικφιλντ (1766), μια χιουμοριστική εικόνα της ζωής της μεσαίας τάξης γύρω από το πρόσωπο ενός υποδειγματικού ιερέα. Το έργο είναι ιδιαίτερα σημαντικό και τον καθιέρωσε ως έναν από τους σημαντικούς συγγραφείς της αγγλικής λογοτεχνίας του 18ου αιώνα και εξέχοντα εκπρόσωπο του συναισθηματισμού.
Βιογραφικά στοιχεία
Ο Όλιβερ Γκόλντσμιθ ήταν γιος ενός Ιρλανδού ιερέα, είχε ακόμη τέσσερα αδέρφια και δύο αδερφές, η μητέρα του ήταν κόρη δασκάλου. Ο πατέρας του ήθελε να ακολουθήσει τον ιερατικό κλάδο, αλλά το ξέγνοιαστο, περιπετειώδες πνεύμα του Όλιβερ και η τάση του για την άστατη ζωή έκαναν όλες τις προσπάθειες να αποτύχουν.
Η οικονομική προστασία ενός θείου του επέτρεψε να φοιτήσει σε καλό σχολείο. Δεν είναι άριστος μαθητής αλλά ήταν πολύ δημοφιλής στους συμμαθητές του, πάντα έτοιμος να συμμετέχει σε φάρσες.
Τον Ιούνιο του 1745, έγινε δεκτός στο κολέγιο Τρίνιτι του Δουβλίνου για σπουδές στη θεολογία και το δίκαιο, όπου εργαζόταν σαν ένα είδος υπηρέτη για πλούσιους φοιτητές για να κερδίσει τα δίδακτρά του. Όταν ο πατέρας του πέθανε το 1747, η οικονομική του κατάσταση έγινε ακόμη πιο επισφαλής. Άρχισε να γράφει μπαλάντες τις οποίες πουλούσε σε ένα βιβλιοπωλείο για λίγα σελίνια και περπατούσε στους δρόμους τη νύχτα για να ακούει να τις τραγουδούν και να αξιολογήσει το χειροκρότημα που προκαλούσαν. Γνωρίστηκε με τον Έντμουντ Μπερκ, που αργότερα έγινε σημαντικός πολιτικός και συγγραφέας. Σύντομα έγινε γνωστός για την άτακτη ζωή του (έπαιζε χαρτιά), τις κακές του συναναστροφές (φυλακίστηκε για λίγο, το 1747, με τέσσερις από τους συμμαθητές του επειδή συμμετείχε σε ταραχές) και τις χαμηλές ακαδημαϊκές του επιδόσεις. Σοβαρά τιμωρημένος επειδή παραβίασε τους κανόνες του κολεγίου, σχεδίαζε να φύγει από τη χώρα, αλλά τελικά επέστρεψε στο κολέγιο μετά από τρεις μέρες περιπλάνησης και πείνας. Απέκτησε το πτυχίο του στις τέχνες τον Φεβρουάριο του 1749.