Ο Χάινριχ Τέοντορ Φοντάνε (Heinrich Theodor Fontane, 30 Δεκεμβρίου 1819 - 20 Σεπτεμβρίου 1898) ήταν Γερμανός συγγραφέας. Θεωρείται ο λογοτεχνικός εκπρόσωπος της Πρωσίας και ο σημαντικότερος Γερμανός εκπρόσωπος του ρεαλισμού.
Βιογραφία
Γεννήθηκε το 1819 στο Νοϊρούπιν, μια πόλη 30 μίλια βορειοδυτικά του Βερολίνου, και ήταν γιος φαρμακοποιού. Σε ηλικία 16 ετών μαθήτευσε και εργάστηκε σαν φαρμακοποιός. Συγχρόνως ανέπτυξε λογοτεχνικά ενδιαφέροντα, το 1839 σε ηλικία 20 ετών έγραψε το πρώτο του έργο, τώρα χαμένο. Η περαιτέρω εκπαίδευσή του έγινε στη Λειψία, όπου ήρθε σε επαφή με λογοτέχνες της εποχής Πριν τον Μάρτιο.
Το 1844, κατατάχθηκε στον πρωσικό στρατό και ξεκίνησε το πρώτο από τα πολυάριθμα ταξίδια του στην Αγγλία, το οποίο ενθάρρυνε το ενδιαφέρον του για τις παλιές αγγλικές μπαλάντες, τις οποίες ο ίδιος – θαυμαστής της αγγλικής λογοτεχνίας – άρχισε να μιμείται. Το 1845 αρραβωνιάστηκε τη μέλλουσα σύζυγό του Έμιλι, την οποία είχε γνωρίσει όταν ήταν ακόμη στο σχολείο, παντρεύτηκαν το 1850 και από τα παιδιά που απέκτησαν επέζησαν τρεις γιοι και μία κόρη.
Το 1848 έλαβε μέρος στην Επανάσταση του Μαρτίου και κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου δημοσίευσε ριζοσπαστικά κείμενα σε φιλελεύθερες εφημερίδες. Από το 1848 εργάστηκε σαν δημοσιογράφος, ζώντας για μεγάλο χρονικό διάστημα ως ανταποκριτής δύο πρωσικών εφημερίδων στη βικτωριανή Αγγλία, όπου δημοσίευσε πολλά βιβλία, δοκίμια και αναφορές για την πατρίδα του Γουόλτερ Σκοτ, τον οποίο θαύμαζε. Επιστρέφοντας στο Βερολίνο, για να συντηρήσει την οικογένειά του έγινε συντάκτης της συντηρητικής εφημερίδας Neue Preussische Zeitung. Ως άνθρωπος με φιλελεύθερες απόψεις για την ελευθερία του Τύπου και την ενοποίηση της Γερμανίας, ο Φοντάνε έγραψε με θλίψη σε έναν φίλο του για τη δουλειά του: «Πουλήθηκα για τριάντα αργύρια το μήνα... Αυτές τις μέρες κανείς δεν μπορεί να επιβιώσει ως έντιμος άνθρωπος».