Ο Χανς Τέοντορ Βόλντσεν Στορμ (γερμανικά: Hans Theodor Woldsen Storm, 14 Σεπτεμβρίου 1817 - 4 Ιουλίου 1888), γνωστός ως Τέοντορ Στορμ, ήταν Γερμανός συγγραφέας ποιητής και νομικός. Θεωρείται μια από τις σημαντικότερες μορφές του ρεαλισμού στη γερμανική λογοτεχνία.
Βιογραφικά στοιχεία
Ο Τέοντορ Στορμ γεννήθηκε το 1817 στη μικρή πόλη-λιμάνι Χούζουμ, στη δυτική ακτή της βόρειας Φριζίας, τότε δουκάτο του Σλέσβιχ υπό τη διοίκηση του βασιλείου της Δανίας, σημερινό γερμανικό κρατίδιο Σλέσβιχ-Χολστάιν. Ο πατέρας του ήταν δικηγόρος. Καταγόμενος από πλούσια οικογένεια, είχε μια ξέγνοιαστη παιδική ηλικία και ανέπτυξε θετική σχέση με τη γενέτειρά του, που απεικόνισε επανειλημμένα στο λογοτεχνικό έργο του. Παρακολούθησε το σχολείο στο Χούζουμ και στο Λύμπεκ και σπούδασε νομικά στο Κίελο και το Βερολίνο. Το 1843, ενώ ήταν ακόμη φοιτητής νομικής στο Κίελο, δημοσίευσε μια συλλογή από τραγούδια, παραμύθια και θρύλους του Σλέσβιχ-Χολστάιν και μια ποιητική συλλογή μαζί με τους αδελφούς Τίκο και Τέοντορ Μόμσεν με τους οποίους ήταν φίλος και συγκατοικούσαν.
Από το 1843 ο Στορμ εργάστηκε ως δικηγόρος στην πόλη του Χούζουμ. Στην αναταραχή των επαναστάσεων του 1848 ήταν υπέρμαχος του φιλελεύθερου στόχου μιας ενωμένης Γερμανίας υπό συνταγματική μοναρχία στην οποία κάθε τάξη θα μπορούσε να συμμετέχει στην πολιτική διαδικασία. Κατά τη διάρκεια του Πρώτου πολέμου του Σλέσβιχ το 1848 κατά της Δανίας, ήταν από τα ιδρυτικά στελέχη του «Συλλόγου Πατριωτικής Βοήθειας» και δημοσίευε πύρινα άρθρα υπέρ της γερμανικής ενοποίησης εκδηλώνοντας τα αισθήματά του κατά της Δανίας. Ως αποτέλεσμα, το 1852, όταν με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου η περιοχή του παρέμεινε έδαφος της Δανίας, κατηγορήθηκε για αυτονομιστικές ενέργειες και έχασε την άδεια εργασίας του. Το 1853 αναγκάστηκε να μετακομίσει στο Πότσνταμ, όπου έλαβε θέση δικαστή, και το 1856 μετατέθηκε στο Χάιλιγκενσταντ στη Θουριγγία. Το 1865, μετά την αποχώρηση των Δανών όταν το δουκάτο του Σλέσβιχ περιήλθε στην πρωσική κυριαρχία, επέστρεψε στη γενέτειρά του και έγινε περιφερειακός δικαστής.