Ο Τόμας ντε Κουίνσι (αγγλικά: Thomas De Quincey) (15 Αυγούστου 1785 στο Μάντσεστερ – 8 Δεκεμβρίου 1859 στο Εδιμβούργο) ήταν Βρετανός μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος και δημοσιογράφος της ρομαντικής εποχής. Πιο γνωστό είναι το αυτοβιογραφικό του βιβλίο Εξομολογήσεις ενός Άγγλου οπιομανούς (1821).
1785–1803
Ο ντε Κουίνσι γεννήθηκε 1785 στο Μάντσεστερ και ήταν γιος επιτυχημένου εμπόρου υφασμάτων με πάθος για τη λογοτεχνία που πέθανε το 1793. Το 1796 μετακόμισαν με τη μητέρα του στο Μπαθ, όπου παρακολούθησε το γυμνάσιο. Ήταν άριστος μαθητής και αρίστευσε στα Λατινικά και στα Ελληνικά. Το 1800, παρακολούθησε σχολείο στο Μάντσεστερ και ετοιμαζόταν να σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, αλλά αντ' αυτού το 1802 έφυγε κρυφά και έζησε για κάποιο διάστημα άστεγος σε μεγάλη φτώχεια, πρώτα στην Ουαλία και μετά στο Λονδίνο. Εκείνη την εποχή είχε ήδη επηρεαστεί από τη ρομαντική λογοτεχνία, ιδιαίτερα τις Λυρικές Μπαλάντες του Γουίλιαμ Γουόρντσγουορθ και του Σάμουελ Τέηλορ Κόλεριτζ. Στο Λονδίνο έγινε φίλος με μια ιερόδουλη, αργότερα περιέγραψε τις περιπλανήσεις εκείνης της εποχής στις Εξομολογήσεις. Γνωστοί τον ανακάλυψαν τυχαία στο Λονδίνο και τον έφεραν πίσω στην οικογένειά του. Τελικά, αφού συμφιλιώθηκε με τη μητέρα και τον κηδεμόνα του, φοίτησε στο Worcester College της Οξφόρδης από τον Δεκέμβριο του 1803.
1804–1817
Αδύναμος και συχνά άρρωστος, στο κολέγιο ήταν μοναχικός προτιμώντας την παρέα των βιβλίων από τους ανθρώπους. Πήγαινε τακτικά στο Λονδίνο για κάποιο διάστημα, όπου, πάσχοντας από σοβαρή νευραλγία, πήρε όπιο για πρώτη φορά το 1804. Το 1803 είχε ξεκινήσει αλληλογραφία με τον Γουόρντσγουορθ, που συνεχίστηκε το 1805 και το 1806. Ήθελε να τον επισκεφτεί, ωστόσο, η μεγάλη του συστολή τον έκανε την τελευταία στιγμή να γυρίσει πίσω. Το 1806 σε ηλικία 21 ετών έλαβε τη μικρή κληρονομιά του πατέρα του, την οποία ξόδεψε κυρίως σε βιβλία. Ήταν παράλογα γενναιόδωρος με τα χρήματά του, κάνοντας δάνεια που δεν θα εξοφλούνταν, όπως ένα δάνειο 300 λιρών στον Κόλεριτζ, που θαύμαζε. Το 1807 έκανε τελικά την προσωπική γνωριμία πρώτα με τον Κόλεριτζ και μετά τον Γουόρτσγουορθ, κάνοντας ευχάριστη εντύπωση και στους δύο. Στις αρχές του 1808 ολοκλήρωσε τις σπουδές του, αλλά λίγο πριν τις εξετάσεις του και προφανώς χωρίς λόγο, εγκατέλειψε τις σπουδές του χωρίς πτυχίο. Το 1809 εγκαταστάθηκε στο Γκράσμιρ, στην περιοχή των λιμνών βορειοδυτική Αγγλία, και βρέθηκε στον κύκλο των Ποιητών της Λίμνης, κοντά στον Γουόρντσγουορθ. Τα επόμενα χρόνια, κατά τα οποία ήταν συχνά άρρωστος - κάτι που αύξησε τον εθισμό του στο όπιο - διάβαζε και συνεργάστηκε για τους Κόλεριτζ και Γουόρντσγουορθ. Ωστόσο, ο αυξανόμενος εθισμός του στο όπιο τον αποξένωσε από τους ποιητές. Άρχισε μια σχέση με την κόρη αγρότη Μάργκαρετ Σίμσον. Το 1816 γεννήθηκε ένας πρώτος γιος και το 1817 παντρεύτηκαν. Από τον γάμο επρόκειτο να προκύψουν συνολικά οκτώ παιδιά.