Η Βικτόρια Γούντχαλ (Victoria Woodhull, 23 Σεπτεμβρίου 1838 - 9 Ιουνίου 1927) ήταν σημαντική προδρομική μορφή του φεμινιστικού κινήματος των ΗΠΑ. Αν και χρονικά τοποθετείται στο «πρώτο κύμα» φεμινιστριών, οι αντιλήψεις της ήταν πολύ ριζοσπαστικότερες. Είναι γνωστή κυρίως ως η πρώτη γυναίκα που έθεσε υποψηφιότητα για το αξίωμα του προέδρου, σε μια εποχή που οι γυναίκες δεν επιτρεπόταν καν να ψηφίσουν, καθώς για την πρώτη δημοσίευση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου στη χώρα.
Τα πρώτα χρόνια
Γεννημένη σε ένα μικρό χωριό του Οχάιο στις 23 Σεπτεμβρίου 1838 ως Βικτόρια Κλάφλιν, ξεκίνησε από παιδί να στηρίζει οικονομικά τη φτωχή οικογένειά της παριστάνοντας την πνευματίστρια. Στα 14 της παντρεύθηκε το γιατρό Κάνινγκ Γούντχαλ, αλλά μετά από ένδεκα χρόνια και με δύο παιδιά, διεκδίκησε και πέτυχε διαζύγιο από τον αλκοολικό σύζυγό της. Αν και σήμερα αυτό φαίνεται φυσιολογικό, όταν συνέβη επρόκειτο για ριζοσπαστική πράξη ενάντια σε ένα κατεστημένο που στιγμάτιζε και συχνά απομόνωνε τη διαζευγμένη γυναίκα από την κοινωνία.
To 1866 παντρεύθηκε το φιλελεύθερο Βόρειο συνταγματάρχη Τζέημς Μπλαντ και μετακόμισαν στη Νέα Υόρκη. Σε ηλικία μόλις 31 ετών άνοιξε δικό της γραφείο στο χρηματιστήριο της πόλης, μαζί με την αδελφή της Τεννεσή. Ως οι πρώτες γυναίκες χρηματίστριες συγκέντρωσαν περιέργεια και θαυμασμό, αλλά και προσβλητικά σχόλια από αρκετές εφημερίδες. Ένας από τους θαυμαστές τους ήταν ο μεγιστάνας των σιδηροδρόμων Κορνήλιος Βαντερμπίλτ, ο οποίος στήριξε οικονομικά το γραφείο.
Πολιτική δραστηριότητα
Η σχέση της Γούντχαλ με το οργανωμένο φεμινιστικό κίνημα ήταν επαμφοτερίζουσα. Θεωρούσε τις επίσημες γυναικείες οργανώσεις ως κοινωνικά μετριοπαθείς και ηθικά συντηρητικές, αφού περιόριζαν το διεκδικητικό πλαίσιό τους στην κατάκτηση του δικαιώματος ψήφου, χωρίς να θέτουν ευρύτερα αιτήματα σχετικά με τη γυναίκα και την κοινωνία.