Ο Ουίλλιαμ ΜακΚίνλεϊ (αγγλ. William McKinley, Jr., 29 Ιανουαρίου 1843 – 14 Σεπτεμβρίου 1901) ήταν ο 25ος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, από τις 4 Μαρτίου 1897 έως τη δολοφονία του, τον Σεπτέμβριο 1901, κατά τη διάρκεια των 6 μηνών της δευτεροετής θητείας του. Ο ΜακΚίνλεϊ οδήγησε το έθνος σε νίκη του Ισπανοαμερικανικού πολέμου, ανύψωσε τους φορολογικούς δασμούς ώστε να προωθήσει την Αμερικανική Βιομηχανία και διατήρησε τον πληθωρικό ισολογισμό στα ταμεία του έθνους. Καταγόταν από το Οχάιο και σπούδασε στο Albany Law School της πολιτείας της Νέας Υόρκης ενώ το 1860, στην αρχή του αμερικανικού εμφυλίου πολέμου, κατατάχθηκε στο στρατό των Βορείων και ήταν ο τελευταίος πρόεδρος που υπηρέτησε ως απλώς στρατιώτης και απολύθηκε με τιμητικό βαθμό.
Το 1876 εκλέχθηκε στο Κογκρέσο, όπου ήταν υπεύθυνος, ως Ρεπουμπλικάνος, για τη τροπολογία των φόρων με την οποία υποσχόταν ευημερία. Η άποψη του για τους φόρους ("McKinley Tariff", 1890), ήταν αρκετά αμφιλεγόμενη το οποίο σε συνδυασμό με τη νοθεία των εκλογών από τους Δημοκρατικούς, για αλλαγή περιφερειών, ώστε να τον απομακρύνουν, οδήγησε στην ήττα του στη Δημοκρατική περιφέρεια το 1890. Το 1891 και το 1893, εκλέχθηκε ως κυβερνήτης του Οχάιο, όπου σχεδίαζε και συντόνιζε τόσο τα ενδιαφέροντα της πόλης όσο και της υπαίθρου. Με τη βοήθεια του προσωπικού συμβούλου του, Μαρκ Χάννα, κατάφερε να εξασφαλίσει την υποψηφιότητά του για πρόεδρος, το 1896, εν μέσω μιας βαθιάς οικονομικής δυσκολίας. Κατάφερε να νικήσει, τελικώς, τον Δημοκρατικό Αντίπαλό του, Ουίλιαμ Τζένινγκς Μπράιαν, έπειτα από μια «από πόρτα σε πόρτα» καμπάνια στην οποία διαλαλούσε τη φράση "ασφαλή λεφτά" ("sound money", την παγκόσμια συμφωνία τιμών χρυσού) και υποσχόμενος ότι οι υψηλοί φόροι θα επαναφέρουν την ευημερία.